Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκπαιδεύω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐκπαιδεύω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω[1] και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éduquer[2]. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + παιδεύω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ek.peˈðe.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκπαιδεύω

εκπαιδεύω (μεταβατικό), αόρ.: εκπαίδευσα, παθ.φωνή: εκπαιδεύομαι, μτχ.π.ε.: εκπαιδευόμενος, απαρ.: εκπαιδευτεί/εκπαιδευθεί(λόγιο), π.αόρ.: εκπαιδεύτηκα/εκπαιδεύθηκα(λόγιο), μτχ.π.π.: εκπαιδευμένος

  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
     συνώνυμα: μορφώνω, διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες
     συνώνυμα: εκγυμνάζω
  3. (παθητική φωνή) «εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω
    παράδειγμα εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εκπαιδεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. εκπαιδεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)