εκπαιδεύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω[1] και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éduquer[2]. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + παιδεύω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ek.peˈðe.vo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εκ‐παι‐δεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]εκπαιδεύω (μεταβατικό), αόρ.: εκπαίδευσα, παθ.φωνή: εκπαιδεύομαι, μτχ.π.ε.: εκπαιδευόμενος, απαρ.: εκπαιδευτεί/εκπαιδευθεί(λόγιο), π.αόρ.: εκπαιδεύτηκα/εκπαιδεύθηκα(λόγιο), μτχ.π.π.: εκπαιδευμένος
- διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
- μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες
- (παθητική φωνή) «εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω
εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εκπαιδεύω | εκπαίδευα | θα εκπαιδεύω | να εκπαιδεύω | εκπαιδεύοντας | |
| β' ενικ. | εκπαιδεύεις | εκπαίδευες | θα εκπαιδεύεις | να εκπαιδεύεις | εκπαίδευε | |
| γ' ενικ. | εκπαιδεύει | εκπαίδευε | θα εκπαιδεύει | να εκπαιδεύει | ||
| α' πληθ. | εκπαιδεύουμε | εκπαιδεύαμε | θα εκπαιδεύουμε | να εκπαιδεύουμε | ||
| β' πληθ. | εκπαιδεύετε | εκπαιδεύατε | θα εκπαιδεύετε | να εκπαιδεύετε | εκπαιδεύετε | |
| γ' πληθ. | εκπαιδεύουν(ε) | εκπαίδευαν εκπαιδεύαν(ε) |
θα εκπαιδεύουν(ε) | να εκπαιδεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εκπαίδευσα | θα εκπαιδεύσω | να εκπαιδεύσω | εκπαιδεύσει | ||
| β' ενικ. | εκπαίδευσες | θα εκπαιδεύσεις | να εκπαιδεύσεις | εκπαίδευσε | ||
| γ' ενικ. | εκπαίδευσε | θα εκπαιδεύσει | να εκπαιδεύσει | |||
| α' πληθ. | εκπαιδεύσαμε | θα εκπαιδεύσουμε | να εκπαιδεύσουμε | |||
| β' πληθ. | εκπαιδεύσατε | θα εκπαιδεύσετε | να εκπαιδεύσετε | εκπαιδεύστε | ||
| γ' πληθ. | εκπαίδευσαν εκπαιδεύσαν(ε) |
θα εκπαιδεύσουν(ε) | να εκπαιδεύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω εκπαιδεύσει | είχα εκπαιδεύσει | θα έχω εκπαιδεύσει | να έχω εκπαιδεύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις εκπαιδεύσει | είχες εκπαιδεύσει | θα έχεις εκπαιδεύσει | να έχεις εκπαιδεύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει εκπαιδεύσει | είχε εκπαιδεύσει | θα έχει εκπαιδεύσει | να έχει εκπαιδεύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε εκπαιδεύσει | είχαμε εκπαιδεύσει | θα έχουμε εκπαιδεύσει | να έχουμε εκπαιδεύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε εκπαιδεύσει | είχατε εκπαιδεύσει | θα έχετε εκπαιδεύσει | να έχετε εκπαιδεύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν εκπαιδεύσει | είχαν εκπαιδεύσει | θα έχουν εκπαιδεύσει | να έχουν εκπαιδεύσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εκπαιδεύομαι | εκπαιδευόμουν(α) | θα εκπαιδεύομαι | να εκπαιδεύομαι | εκπαιδευόμενος | |
| β' ενικ. | εκπαιδεύεσαι | εκπαιδευόσουν(α) | θα εκπαιδεύεσαι | να εκπαιδεύεσαι | (εκπαιδεύου) | |
| γ' ενικ. | εκπαιδεύεται | εκπαιδευόταν(ε) | θα εκπαιδεύεται | να εκπαιδεύεται | ||
| α' πληθ. | εκπαιδευόμαστε | εκπαιδευόμαστε εκπαιδευόμασταν |
θα εκπαιδευόμαστε | να εκπαιδευόμαστε | ||
| β' πληθ. | εκπαιδεύεστε | εκπαιδευόσαστε εκπαιδευόσασταν |
θα εκπαιδεύεστε | να εκπαιδεύεστε | (εκπαιδεύεστε) | |
| γ' πληθ. | εκπαιδεύονται | εκπαιδεύονταν εκπαιδευόντουσαν |
θα εκπαιδεύονται | να εκπαιδεύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εκπαιδεύτηκα | θα εκπαιδευτώ | να εκπαιδευτώ | εκπαιδευτεί | ||
| β' ενικ. | εκπαιδεύτηκες | θα εκπαιδευτείς | να εκπαιδευτείς | εκπαιδεύσου | ||
| γ' ενικ. | εκπαιδεύτηκε | θα εκπαιδευτεί | να εκπαιδευτεί | |||
| α' πληθ. | εκπαιδευτήκαμε | θα εκπαιδευτούμε | να εκπαιδευτούμε | |||
| β' πληθ. | εκπαιδευτήκατε | θα εκπαιδευτείτε | να εκπαιδευτείτε | εκπαιδευτείτε | ||
| γ' πληθ. | εκπαιδεύτηκαν εκπαιδευτήκαν(ε) |
θα εκπαιδευτούν(ε) | να εκπαιδευτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω εκπαιδευτεί | είχα εκπαιδευτεί | θα έχω εκπαιδευτεί | να έχω εκπαιδευτεί | εκπαιδευμένος | |
| β' ενικ. | έχεις εκπαιδευτεί | είχες εκπαιδευτεί | θα έχεις εκπαιδευτεί | να έχεις εκπαιδευτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει εκπαιδευτεί | είχε εκπαιδευτεί | θα έχει εκπαιδευτεί | να έχει εκπαιδευτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε εκπαιδευτεί | είχαμε εκπαιδευτεί | θα έχουμε εκπαιδευτεί | να έχουμε εκπαιδευτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε εκπαιδευτεί | είχατε εκπαιδευτεί | θα έχετε εκπαιδευτεί | να έχετε εκπαιδευτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν εκπαιδευτεί | είχαν εκπαιδευτεί | θα έχουν εκπαιδευτεί | να έχουν εκπαιδευτεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εκπαιδεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ εκπαιδεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)