μαθαίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαθαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθαίνω < αρχαία ελληνική ἔμαθον, αόριστος β΄ τού μανθάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mn̥(s)-dʰh₁- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men- (< μιμνήσκω) + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (< τίθημι). Για τον ίδιο μεταπλασμό σε -αίνω από αόριστο θέμα παραβάλετε παθαίνω, πεθαίνω, πηγαίνω κτλ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maˈθe.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μα‐θαί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]μαθαίνω, πρτ.: μάθαινα, στ.μέλλ.: θα μάθω, αόρ.: έμαθα, παθ.φωνή: μαθαίνομαι, μτχ.π.π.: μαθημένος
- αποκτώ γνώσεις πάνω σε ένα αντικείμενο
Έμαθα να οδηγώ.- ≈ συνώνυμα: ανακαλύπτω, αντιλαμβάνομαι, αποστηθίζω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ
- πληροφορούμαι μια είδηση
- διδάσκω
Προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα.
- διδάσκομαι
- συνηθίζω να κάνω κάτι
Έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους.
- απειλητική προειδοποίηση για τιμωρία
Θα σε μάθω εγώ να λές ψέματα· για τιμωρία, δεν θα πας εκδρομή.
- για τους παθητικούς τύπους, δείτε μαθαίνομαι και τις σημειώσεις στο λήμμα μαθεύομαι
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- μαθαίνω απέξω : αποστηθίζω, απομνημονεύω
- μαθαίνω από πρώτο χέρι : μαθαίνω από αξιόπιστη πηγή
- μαθαίνω νεράκι : μαθαίνω τέλεια
Παροιμίες
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μαθαίνω | μάθαινα | θα μαθαίνω | να μαθαίνω | μαθαίνοντας | |
| β' ενικ. | μαθαίνεις | μάθαινες | θα μαθαίνεις | να μαθαίνεις | μάθαινε | |
| γ' ενικ. | μαθαίνει | μάθαινε | θα μαθαίνει | να μαθαίνει | ||
| α' πληθ. | μαθαίνουμε | μαθαίναμε | θα μαθαίνουμε | να μαθαίνουμε | ||
| β' πληθ. | μαθαίνετε | μαθαίνατε | θα μαθαίνετε | να μαθαίνετε | μαθαίνετε | |
| γ' πληθ. | μαθαίνουν(ε) | μάθαιναν μαθαίναν(ε) |
θα μαθαίνουν(ε) | να μαθαίνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έμαθα | θα μάθω | να μάθω | μάθει | ||
| β' ενικ. | έμαθες | θα μάθεις | να μάθεις | μάθε | ||
| γ' ενικ. | έμαθε | θα μάθει | να μάθει | |||
| α' πληθ. | μάθαμε | θα μάθουμε | να μάθουμε | |||
| β' πληθ. | μάθατε | θα μάθετε | να μάθετε | μάθετε | ||
| γ' πληθ. | έμαθαν μάθαν(ε) |
θα μάθουν(ε) | να μάθουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μάθει | είχα μάθει | θα έχω μάθει | να έχω μάθει | ||
| β' ενικ. | έχεις μάθει | είχες μάθει | θα έχεις μάθει | να έχεις μάθει | ||
| γ' ενικ. | έχει μάθει | είχε μάθει | θα έχει μάθει | να έχει μάθει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μάθει | είχαμε μάθει | θα έχουμε μάθει | να έχουμε μάθει | ||
| β' πληθ. | έχετε μάθει | είχατε μάθει | θα έχετε μάθει | να έχετε μάθει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μάθει | είχαν μάθει | θα έχουν μάθει | να έχουν μάθει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαθαίνω
|
Πηγές
[επεξεργασία]- μαθαίνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- μαθαίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μαθαίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men- (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αίνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)