μαθημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαθημένος μαθημένη μαθημένο
γενική μαθημένου μαθημένης μαθημένου
αιτιατική μαθημένο μαθημένη μαθημένο
κλητική μαθημένε μαθημένη μαθημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαθημένοι μαθημένες μαθημένα
γενική μαθημένων μαθημένων μαθημένων
αιτιατική μαθημένους μαθημένες μαθημένα
κλητική μαθημένοι μαθημένες μαθημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαθημένος < Από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος μαθαίνω.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μαθημένος αρσενικό

  1. αυτός που έχει εξοικειωθεί με κάτι, έχει συνηθίσει
    μαθημένα τα βουνά στα χιόνια
  2. αυτός που έχει αποκτήσει εμπειρίες σχετικά με κάτι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]