είδηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η είδηση οι ειδήσεις
      γενική της είδησης
& ειδήσεως
των ειδήσεων
    αιτιατική την είδηση τις ειδήσεις
     κλητική είδηση ειδήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

είδηση < αρχαία ελληνική εἴδησις < οἶδα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wóyde < *weyd- (βλέπω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική information)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.ði.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

είδηση θηλυκό

  1. η πληροφορία τεκμηριωμένη για κάποιο γεγονός
  2. (συνεκδοχικά) το ίδιο το γεγονός για το οποίο υπάρχει πληροφορία
  3. (πληθυντικός) το σύνολο των γεγονότων όπως ανακοινώνονται από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βγάζω είδηση : εκμαιεύω μια σημαντική πληροφορία
  • πρακτορείο ειδήσεων : ο δημοσιογραφικός οργανισμός που συγκεντρώνει και καταγράφει ειδήσεις από όλο τον πλανήτη και τις διανέμει σε ραδιοφωνικούς - τηλεοπτικούς σταθμούς και εφημερίδες, χωρίς ο ίδιος να τις δημοσιεύει
  • δελτίο ειδήσεων: ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή με τα νέα της ημέρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]