πληροφορία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληροφορία πληροφορίες
γενική πληροφορίας πληροφοριών
αιτιατική πληροφορία πληροφορίες
κλητική πληροφορία πληροφορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληροφορία < ελληνιστική κοινή πληροφορία < αρχαία ελληνική πλήρης + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληροφορία

  1. (καθομιλουμένη) στοιχείο που ενημερώνει, που βοηθά κάποιον να γνωρίσει κάτι
  2. στοιχείο (ή στοιχεία αν πρόκειται για περισσότερα από ένα) που δεν θέλει ο δημοσιογράφος να αποδώσει σε συγκεκριμένη πηγή αλλά θέλει να υποδηλώσει ότι είναι κατά πάσα πιθανότητα έγκυρα
    Σύμφωνα με πληροφορίες ο Σαμαράς επιδιώκει εκλογές γιατί θεωρεί εφικτή την αυτοδυναμία
  3. (κβαντική μηχανική) δεδομένο που προκύπτει καθώς γεννάται η σχέση παρατηρούμενου αντικειμένου και αντικειμένου πρόσκρουσης κατά την μέτρηση, προκαλούμενο δεδομένο σχέσης-συσχέτισης
  4. (κβαντική χρωμοδυναμική) ποσότητα ενέργειας, πυκνή πληροφοριακά κυματοσυνάρτηση δύναται να προκαλέσει περισσότερες αλλαγές κατάστασης καθώς εντροπίζεται-διαχέεται, ποσότητα πληροφορίας και ενέργεια ταυτίζονται σαν έννοιες στην κβαντική χρωμοδυναμική (στη καθημερινή ζωή ξέρουμε ότι τα FM εμπεριέχουν περισσότερη πληροφορία, ενέργεια και συχνότητα απ' τα AM ανά μονάδα χρόνου)
  5. (επιστημονικός όρος), (θεωρία της πληροφορίας) τυχαία τιμή ή συνδυασμός τιμών εντός της επιτρεπόμενης πληροφοριακής εντροπίας χωρίς αναγκαστικά να μεταφέρει σημασιολογικό κώδικα
    η πληροφορία δεν απαιτεί παρατηρητή όπως η γνώση

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληροφορία < πληροφορέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληροφορία θηλυκό

  1. η διαβεβαίωση