πλήρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλήρης πλήρης πλήρες
γενική πλήρους πλήρους πλήρους
αιτιατική πλήρη πλήρη πλήρες
κλητική πλήρη(ς) πλήρης πλήρες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλήρεις πλήρεις πλήρη
γενική πλήρων πλήρων πλήρων
αιτιατική πλήρεις πλήρεις πλήρη
κλητική πλήρεις πλήρεις πλήρη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλήρης < αρχαία ελληνική πλήρης < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pleh₁-r-

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλήρης, -ης, -ες

  1. που έχει γεμίσει και δε χωράει άλλο
    συνώνυμα: γεμάτος, φίσκα
    αντώνυμα: άδειος, κενός
  2. με μεγάλη ποσότητα από κάτι, γεμάτος
    • πλήρης ημερών: για κάποιον που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα
    • (μεταφορικά) : πλήρης χαράς
  3. ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις
    συνώνυμα: κομπλέ
  4. στον υπέρτατο βαθμό
    συνώνυμα:μέγιστος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]