Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλήρης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλήρης η πλήρης το πλήρες
      γενική του πλήρους* της πλήρους του πλήρους
    αιτιατική τον πλήρη την πλήρη το πλήρες
     κλητική πλήρη(ς) πλήρης πλήρες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλήρεις οι πλήρεις τα πλήρη
      γενική των πλήρων των πλήρων των πλήρων
    αιτιατική τους πλήρεις τις πλήρεις τα πλήρη
     κλητική πλήρεις πλήρεις πλήρη
* Και προφορικός τύπος σε -η στη γενική ενικού αρσενικού ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «πλήρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλήρης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλήρης[1][2] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleh₁-

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpli.ɾis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλήρης
ομόηχο: πλήρεις
τονικό παρώνυμο: πληροίς

Επίθετο

[επεξεργασία]

πλήρης, -ης, -ες

  1. που έχει γεμίσει και δε χωράει άλλο
     συνώνυμα: γεμάτος, φίσκα
     αντώνυμα: άδειος, κενός
  2. με μεγάλη ποσότητα από κάτι, γεμάτος
    παράδειγμα  πλήρης ημερών: για κάποιον που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα
    (μεταφορικά) πλήρης χαράς
  3. ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις
     συνώνυμα: κομπλέ
  4. στον υπέρτατο βαθμό
     συνώνυμα: μέγιστος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πλήρης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. πλήρης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πλήρης τὸ πλῆρες
      γενική τοῦ/τῆς πλήρους τοῦ πλήρους
      δοτική τῷ/τῇ πλήρει τῷ πλήρει
    αιτιατική τὸν/τὴν πλήρη τὸ πλῆρες
     κλητική ! πλῆρες πλῆρες
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πλήρεις τὰ πλήρη
      γενική τῶν πλήρων τῶν πλήρων
      δοτική τοῖς/ταῖς πλήρεσ(ν) τοῖς πλήρεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς πλήρεις τὰ πλήρη
     κλητική ! πλήρεις πλήρη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πλήρει τὼ πλήρει
      γεν-δοτ τοῖν πλήροιν τοῖν πλήροιν
3η κλίση, Κατηγορία 'μανιώδης' όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλήρης < υποθετικό ουσιαστικό *πλῆ-ρος < θέμα πλη- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleh₁- + -ρος όπως και σε ομόρριζα π.χ. λατινική plerus [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /plɛ̌ː.ɾɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλήρης

Επίθετο

[επεξεργασία]

πλήρης, -ης, -ες

  1. (με γενική) πλήρης, γεμάτος από κάτι
    χρειάζεται παράθεμα
  2. (με γενική) μεστός, μολυσμένος από κάτι
    χρειάζεται παράθεμα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.