πληρότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληρότητα πληρότητες
γενική πληρότητας πληροτήτων
αιτιατική πληρότητα πληρότητες
κλητική πληρότητα πληρότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληρότητα < ελληνιστική κοινή πληρότης < αρχαία ελληνική πλήρης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληρότητα θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος πλήρης / κάτι πλήρες, η ιδιότητα ή η κατάσταση του πλήρους
  2. (φιλοσοφία) το να αισθάνεται κάποιος καλυμμένος και πλήρης απ’ όλες τις απόψεις ή πλευρές, ιδίως εσωτερικά / ψυχικά
  3. το ποσοστό κάλυψης των διαθέσιμων επιλογών (π.χ. δωμάτια σε ξενοδοχεία)
    Το ευτύχημα είναι ότι φέτος μεγάλη εμφανίζεται η πληρότητα και για τον Σεπτέμβρη. Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία για τον Σεπτέμβριο είναι της τάξης του 75%. (*)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]