ποσοστό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποσοστό ποσοστά
γενική ποσοστού ποσοστών
αιτιατική ποσοστό ποσοστά
κλητική ποσοστό ποσοστά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποσοστό < πόσο + -οστό (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική pourcentage ή tantième)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.sɔ.ˈstɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποσοστό ουδέτερο

  1. τμήμα ενός συνολικού ποσούτοις εκατό - % ή τοις χιλίοις - )
  2. (κατ’ επέκταση) μέρος ενός συνόλου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]