κάλυψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλυψη καλύψεις
γενική κάλυψης
& καλύψεως
καλύψεων
αιτιατική κάλυψη καλύψεις
κλητική κάλυψη καλύψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλυψη < καλύπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλυψη θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καλύπτω
  2. η κατάσταση του καλύπτομαι
  3. κάτι που χρησιμοποιώ για να αποκρύψω την ταυτότητά μου ή να περάσω απαρατήρητος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]