ανακάλυψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συνωνυμα -καινουργιο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανακάλυψη ανακαλύψεις
γενική ανακάλυψης
& ανακαλύψεως
ανακαλύψεων
αιτιατική ανακάλυψη ανακαλύψεις
κλητική ανακάλυψη ανακαλύψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακάλυψη < από το ανακαλύπτω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανακάλυψη θηλυκό (πληθυντικός : ανακαλύψεις)

  1. το να βρίσκει κανείς κάτι που υπήρχε αλλά δεν ήταν γνωστό ή δεν ήξερε που βρίσκεται
  2. (μεταφορικά) η επινόηση

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Οι ανακαλύψεις είναι άλλοτε τυχαία και άλλοτε μετά από συστηματική και επίπονη έρευνα, αλλά πολύ σημαντικά για τη ζωή και τον πολιτισμό, ευρήματα του ανθρώπου π.χ. η ανακάλυψη της Αμερικής ή εξωτερικά ερεθίσματα που γονιμοποιούνται θετικά στον ανθρώπινο νου π.χ. η ανακάλυψη της αρχής της ανώσεως από τον Αρχιμήδη. Η διαφορά της ανακάλυψης από την εφεύρεση είναι πως η ανακάλυψη προϋπήρχε, ενώ η εφεύρεση αποτελεί κάτι που δημιουργήθηκε.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]