Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανακαλύπτω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανακαλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακαλύπτω (ξεσκεπάζω), ελληνιστική σημασία «αποκαλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική découvrir, με ανα- αντί απο- για διάκριση από το αποκαλύπτω[1], με το οποίο συχνά συγχέεται.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.na.kaˈli.pto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανακαλύπτω

ανακαλύπτω, αόρ.: ανακάλυψα, παθ.φωνή: ανακαλύπτομαι, π.αόρ.: ανακαλύφθηκα/ανακαλύφτηκα, π.αόρ.: ανεκαλύφθη(λόγιο, 3ο πρόσωπο), μτχ.π.αόρ.: ανακαλυφθείς(λόγιο)

  1. βρίσκω πρώτος κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε
    παράδειγμα Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.
  2. βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι κρυμμένο ή χαμένο
    παράδειγμα Ανακάλυψε τον χαμένο θησαυρό.
  3. μαθαίνω για την ύπαρξη κάποιου (ανθρώπου, αντικειμένου κ.λπ.) όχι πολύ γνωστού, που πριν δεν ήξερα
    παράδειγμα Ανακάλυψα ένα μαγαζί με φτηνά ρούχα.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • παθητικός αόριστος: ανακαλύφθ-ηκα και ανακαλύφτ-ηκα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ανακαλύπτω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • ανακαλύπτω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)