ανακαλύπτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανακαλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακαλύπτω (ξεσκεπάζω), ελληνιστική σημασία «αποκαλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική découvrir, με ανα- αντί απο- για διάκριση από το αποκαλύπτω[1], με το οποίο συχνά συγχέεται.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.na.kaˈli.pto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐να‐κα‐λύ‐πτω
Ρήμα
[επεξεργασία]ανακαλύπτω, αόρ.: ανακάλυψα, παθ.φωνή: ανακαλύπτομαι, π.αόρ.: ανακαλύφθηκα/ανακαλύφτηκα, π.αόρ.: ανεκαλύφθη(λόγιο, 3ο πρόσωπο), μτχ.π.αόρ.: ανακαλυφθείς(λόγιο)
- βρίσκω πρώτος κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε
Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.
- βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι κρυμμένο ή χαμένο
Ανακάλυψε τον χαμένο θησαυρό.
- μαθαίνω για την ύπαρξη κάποιου (ανθρώπου, αντικειμένου κ.λπ.) όχι πολύ γνωστού, που πριν δεν ήξερα
Ανακάλυψα ένα μαγαζί με φτηνά ρούχα.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ανακαλύπτω | ανακάλυπτα | θα ανακαλύπτω | να ανακαλύπτω | ανακαλύπτοντας | |
| β' ενικ. | ανακαλύπτεις | ανακάλυπτες | θα ανακαλύπτεις | να ανακαλύπτεις | ανακάλυπτε | |
| γ' ενικ. | ανακαλύπτει | ανακάλυπτε | θα ανακαλύπτει | να ανακαλύπτει | ||
| α' πληθ. | ανακαλύπτουμε | ανακαλύπταμε | θα ανακαλύπτουμε | να ανακαλύπτουμε | ||
| β' πληθ. | ανακαλύπτετε | ανακαλύπτατε | θα ανακαλύπτετε | να ανακαλύπτετε | ανακαλύπτετε | |
| γ' πληθ. | ανακαλύπτουν(ε) | ανακάλυπταν ανακαλύπταν(ε) |
θα ανακαλύπτουν(ε) | να ανακαλύπτουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ανακάλυψα | θα ανακαλύψω | να ανακαλύψω | ανακαλύψει | ||
| β' ενικ. | ανακάλυψες | θα ανακαλύψεις | να ανακαλύψεις | ανακάλυψε | ||
| γ' ενικ. | ανακάλυψε | θα ανακαλύψει | να ανακαλύψει | |||
| α' πληθ. | ανακαλύψαμε | θα ανακαλύψουμε | να ανακαλύψουμε | |||
| β' πληθ. | ανακαλύψατε | θα ανακαλύψετε | να ανακαλύψετε | ανακαλύψτε | ||
| γ' πληθ. | ανακάλυψαν ανακαλύψαν(ε) |
θα ανακαλύψουν(ε) | να ανακαλύψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ανακαλύψει | είχα ανακαλύψει | θα έχω ανακαλύψει | να έχω ανακαλύψει | ||
| β' ενικ. | έχεις ανακαλύψει | είχες ανακαλύψει | θα έχεις ανακαλύψει | να έχεις ανακαλύψει | ||
| γ' ενικ. | έχει ανακαλύψει | είχε ανακαλύψει | θα έχει ανακαλύψει | να έχει ανακαλύψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ανακαλύψει | είχαμε ανακαλύψει | θα έχουμε ανακαλύψει | να έχουμε ανακαλύψει | ||
| β' πληθ. | έχετε ανακαλύψει | είχατε ανακαλύψει | θα έχετε ανακαλύψει | να έχετε ανακαλύψει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ανακαλύψει | είχαν ανακαλύψει | θα έχουν ανακαλύψει | να έχουν ανακαλύψει |
| |
- παθητικός αόριστος: ανακαλύφθ-ηκα και ανακαλύφτ-ηκα
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ανακαλύπτομαι | ανακαλυπτόμουν(α) | θα ανακαλύπτομαι | να ανακαλύπτομαι | ||
| β' ενικ. | ανακαλύπτεσαι | ανακαλυπτόσουν(α) | θα ανακαλύπτεσαι | να ανακαλύπτεσαι | ||
| γ' ενικ. | ανακαλύπτεται | ανακαλυπτόταν(ε) | θα ανακαλύπτεται | να ανακαλύπτεται | ||
| α' πληθ. | ανακαλυπτόμαστε | ανακαλυπτόμαστε ανακαλυπτόμασταν |
θα ανακαλυπτόμαστε | να ανακαλυπτόμαστε | ||
| β' πληθ. | ανακαλύπτεστε | ανακαλυπτόσαστε ανακαλυπτόσασταν |
θα ανακαλύπτεστε | να ανακαλύπτεστε | ανακαλύπτεσθε ανακαλύπτεστε | |
| γ' πληθ. | ανακαλύπτονται | ανακαλύπτονταν ανακαλυπτόντουσαν |
θα ανακαλύπτονται | να ανακαλύπτονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ανακαλύφθηκα | θα ανακαλυφθώ | να ανακαλυφθώ | ανακαλυφθεί | ||
| β' ενικ. | ανακαλύφθηκες | θα ανακαλυφθείς | να ανακαλυφθείς | ανακαλύψου | ||
| γ' ενικ. | ανακαλύφθηκε | θα ανακαλυφθεί | να ανακαλυφθεί | |||
| α' πληθ. | ανακαλυφθήκαμε | θα ανακαλυφθούμε | να ανακαλυφθούμε | |||
| β' πληθ. | ανακαλυφθήκατε | θα ανακαλυφθείτε | να ανακαλυφθείτε | ανακαλυφθείτε | ||
| γ' πληθ. | ανακαλύφθηκαν ανακαλυφθήκαν(ε) |
θα ανακαλυφθούν(ε) | να ανακαλυφθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ανακαλυφθεί | είχα ανακαλυφθεί | θα έχω ανακαλυφθεί | να έχω ανακαλυφθεί | ||
| β' ενικ. | έχεις ανακαλυφθεί | είχες ανακαλυφθεί | θα έχεις ανακαλυφθεί | να έχεις ανακαλυφθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ανακαλυφθεί | είχε ανακαλυφθεί | θα έχει ανακαλυφθεί | να έχει ανακαλυφθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ανακαλυφθεί | είχαμε ανακαλυφθεί | θα έχουμε ανακαλυφθεί | να έχουμε ανακαλυφθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ανακαλυφθεί | είχατε ανακαλυφθεί | θα έχετε ανακαλυφθεί | να έχετε ανακαλυφθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ανακαλυφθεί | είχαν ανακαλυφθεί | θα έχουν ανακαλυφθεί | να έχουν ανακαλυφθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανακαλύπτω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- ανακαλύπτω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ανακαλύπτω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ανα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)