καλύπτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλύπτω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈli.pto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐λύ‐πτω
Ρήμα
[επεξεργασία]καλύπτω, πρτ.: κάλυπτα, αόρ.: κάλυψα, παθ.φωνή: καλύπτομαι, π.αόρ.: καλύφθηκα/καλύφτηκα, μτχ.π.π.: καλυμμένος
- σκεπάζω
- περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς
Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.- ※ Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
- ≈ συνώνυμα: αναπτύσσω
- συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης
Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.- ≈ συνώνυμα: κάνω ρεπορτάζ
- συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές
Η παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση.
Ο μισθός μου δεν καλύπτει τα έξοδά μου.
Καλύπτει την έλλειψη γνώσεων με την ευφυΐα του.- ≈ συνώνυμα: αναπληρώνω
- υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
- ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο
Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.- ≈ συνώνυμα: αποκρύπτω, συγκαλύπτω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ακάλυπτα
- ακάλυπτος
- ανακαλύπτω
- αναποκάλυπτος
- αποκαλυπτήρια
- αποκαλυπτήριος
- αποκαλυπτικά
- αποκαλυπτικός
- αποκαλυπτικότητα
- αποκαλυπτόμενος
- αποκαλύπτω
- αποκαλύψιμος
- απροκάλυπτα
- απροκάλυπτος
- ασυγκάλυπτος
- αυτοσυγκαλύπτομαι
- επικαλύπτω
- ευκάλυπτος
- καλυπτήριος
- καλύπτρα
- περικαλύπτω
- πρωτοανακαλύπτω
- συγκαλύπτω
- υπερκαλύπτω
- → και δείτε τη λέξη κάλυψη
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καλύπτω | κάλυπτα | θα καλύπτω | να καλύπτω | καλύπτοντας | |
| β' ενικ. | καλύπτεις | κάλυπτες | θα καλύπτεις | να καλύπτεις | κάλυπτε | |
| γ' ενικ. | καλύπτει | κάλυπτε | θα καλύπτει | να καλύπτει | ||
| α' πληθ. | καλύπτουμε | καλύπταμε | θα καλύπτουμε | να καλύπτουμε | ||
| β' πληθ. | καλύπτετε | καλύπτατε | θα καλύπτετε | να καλύπτετε | καλύπτετε | |
| γ' πληθ. | καλύπτουν(ε) | κάλυπταν καλύπταν(ε) |
θα καλύπτουν(ε) | να καλύπτουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κάλυψα | θα καλύψω | να καλύψω | καλύψει | ||
| β' ενικ. | κάλυψες | θα καλύψεις | να καλύψεις | κάλυψε | ||
| γ' ενικ. | κάλυψε | θα καλύψει | να καλύψει | |||
| α' πληθ. | καλύψαμε | θα καλύψουμε | να καλύψουμε | |||
| β' πληθ. | καλύψατε | θα καλύψετε | να καλύψετε | καλύψτε | ||
| γ' πληθ. | κάλυψαν καλύψαν(ε) |
θα καλύψουν(ε) | να καλύψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καλύψει | είχα καλύψει | θα έχω καλύψει | να έχω καλύψει | ||
| β' ενικ. | έχεις καλύψει | είχες καλύψει | θα έχεις καλύψει | να έχεις καλύψει | έχε καλυμμένο | |
| γ' ενικ. | έχει καλύψει | είχε καλύψει | θα έχει καλύψει | να έχει καλύψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καλύψει | είχαμε καλύψει | θα έχουμε καλύψει | να έχουμε καλύψει | ||
| β' πληθ. | έχετε καλύψει | είχατε καλύψει | θα έχετε καλύψει | να έχετε καλύψει | έχετε καλυμμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν καλύψει | είχαν καλύψει | θα έχουν καλύψει | να έχουν καλύψει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) καλυμμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) καλυμμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) καλυμμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) καλυμμένο | |||||
- παθητικός αόριστος: καλύφθ-ηκα και καλύφτ-ηκα
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καλύπτομαι | καλυπτόμουν(α) | θα καλύπτομαι | να καλύπτομαι | ||
| β' ενικ. | καλύπτεσαι | καλυπτόσουν(α) | θα καλύπτεσαι | να καλύπτεσαι | ||
| γ' ενικ. | καλύπτεται | καλυπτόταν(ε) | θα καλύπτεται | να καλύπτεται | ||
| α' πληθ. | καλυπτόμαστε | καλυπτόμαστε καλυπτόμασταν |
θα καλυπτόμαστε | να καλυπτόμαστε | ||
| β' πληθ. | καλύπτεστε | καλυπτόσαστε καλυπτόσασταν |
θα καλύπτεστε | να καλύπτεστε | καλύπτεσθε καλύπτεστε | |
| γ' πληθ. | καλύπτονται | καλύπτονταν καλυπτόντουσαν |
θα καλύπτονται | να καλύπτονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καλύφθηκα | θα καλυφθώ | να καλυφθώ | καλυφθεί | ||
| β' ενικ. | καλύφθηκες | θα καλυφθείς | να καλυφθείς | καλύψου | ||
| γ' ενικ. | καλύφθηκε | θα καλυφθεί | να καλυφθεί | |||
| α' πληθ. | καλυφθήκαμε | θα καλυφθούμε | να καλυφθούμε | |||
| β' πληθ. | καλυφθήκατε | θα καλυφθείτε | να καλυφθείτε | καλυφθείτε | ||
| γ' πληθ. | καλύφθηκαν καλυφθήκαν(ε) |
θα καλυφθούν(ε) | να καλυφθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω καλυφθεί | είχα καλυφθεί | θα έχω καλυφθεί | να έχω καλυφθεί | καλυμμένος | |
| β' ενικ. | έχεις καλυφθεί | είχες καλυφθεί | θα έχεις καλυφθεί | να έχεις καλυφθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει καλυφθεί | είχε καλυφθεί | θα έχει καλυφθεί | να έχει καλυφθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε καλυφθεί | είχαμε καλυφθεί | θα έχουμε καλυφθεί | να έχουμε καλυφθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε καλυφθεί | είχατε καλυφθεί | θα έχετε καλυφθεί | να έχετε καλυφθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν καλυφθεί | είχαν καλυφθεί | θα έχουν καλυφθεί | να έχουν καλυφθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι καλυμμένος - είμαστε, είστε, είναι καλυμμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν καλυμμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν καλυμμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι καλυμμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι καλυμμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι καλυμμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι καλυμμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καλύπτω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- καλύπτω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- καλύπτω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καλύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱel- (κρύβω, καλύπτω). Ομόρριζα: καλύβη.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.lý.ptɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κᾰ‐λύ‐πτω
Ρήμα
[επεξεργασία]καλύπτω
- καλύπτω με κάτι, σκεπάζω, κλείω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 693
- μέλαν δέ ἑ κῦμα κάλυψεν
- επέταξε με κύμα σουφρωμένο
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- και τον σκέπασε το μαύρο κύμα
- μέλαν δέ ἑ κῦμα κάλυψεν
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 693
- (μεταφορικά) για τον θάνατο, το σκοτάδι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 16 (Π. Πατρόκλεια.), στίχ. 502
- Ὣς ἄρα μιν εἰπόντα τέλος θανάτοιο κάλυψεν | ὀφθαλμοὺς ῥῖνάς θ᾽
- Τα μάτια εκεί του κλείει | και τα ρουθούνια ο θάνατος
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- Ὣς ἄρα μιν εἰπόντα τέλος θανάτοιο κάλυψεν | ὀφθαλμοὺς ῥῖνάς θ᾽
- ※ 6ος-2ος πκε αιώνας ⌘ Ψευδο-Όμηρος, Βατραχομυομαχία, 231
- τὸν δὲ σκότος ὄσσε κάλυψεν.
- σκέπασε τα μάτια του σκοτάδι.
- Μετάφραση (1978): Νικόλαος Κοτσελίδης, Αθήνα:ΟΕΔΒ @greek‑language.gr
- τὸν δὲ σκότος ὄσσε κάλυψεν.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 16 (Π. Πατρόκλεια.), στίχ. 502
- (με δοτική) «χθονί, τάφῳ καλύπτω» θάβω, ενταφιάζω
- (μέση φωνή) σκεπάζομαι, καλύπτομαι
- σκεπάζω, κρύβω, αποκρύπτω, συγκαλύπτω
- καλύπτω, αμαυρώνω, σκεπάζω με ατιμία, συσκοτίζω μια υπόθεση
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 282 (281-282)
- ξὺν οἷς σὺ μὴ κάλυπτε τὰς εὐδαίμονας | ἔργοις Ἀθήνας ἀνοσίοις ὑπηρετῶν.
- Προσέχοντας κι εσύ το βλέμμα τους, | μην αμαυρώσεις τη μακαρισμένη Αθήνα, | μ᾽ ανόσια έργα μην την κηλιδώσεις.
- Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greek‑language.gr
- ξὺν οἷς σὺ μὴ κάλυπτε τὰς εὐδαίμονας | ἔργοις Ἀθήνας ἀνοσίοις ὑπηρετῶν.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 282 (281-282)
- περιβάλλω, συσσωρεύω
Κλίση
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]καλύπτω (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- καλύπτω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καλύπτω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)