καλύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλύπτω < αρχαία ελληνική καλύπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλύπτω, παθητικό: καλύπτομαι, παθητική μετοχή: καλυμμένος

  1. σκεπάζω
  2. πραγματεύομαι, αναφέρομαι σε ένα θέμα
  3. υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
  4. καταβάλλω το χρηματικό ποσό που απαιτείται για να εξοφληθεί επιταγή


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]