καλύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλύπτω < (λόγιο) αρχαία ελληνική καλύπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱel- (κρύβω, καλύπτω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover [1]

Ρήμα[επεξεργασία]

καλύπτω, πρτ.: κάλυπτα, αόρ.: κάλυψα, παθ.φωνή: καλύπτομαι, π.αόρ.: καλύφθηκα/καλύφτηκα, μτχ.π.π.: καλυμμένος

  1. σκεπάζω
  2. περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς
    Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.
     συνώνυμα: αναπτύσσω
  3. συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης
    Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.
     συνώνυμα: κάνω ρεπορτάζ
  4. συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές
    Η παραγωγή δεν καλύπτει την ζήτηση.
    Ο μισθός μου δεν καλύπτει τα έξοδά μου.
    Καλύπτει την έλλειψη γνώσεων με την ευφυΐα του.
     συνώνυμα: αναπληρώνω
  5. υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
     συνώνυμα: προστατεύω
  6. ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο
    Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.
     συνώνυμα: αποκρύπτω, συγκαλύπτω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

  • παθητικός αόριστος: καλύφθ-ηκα & καλύφτ-ηκα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]