αποκαλυπτήρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα αποκαλυπτήρια
      γενική των αποκαλυπτήριων
αποκαλυπτηρίων
    αιτιατική τα αποκαλυπτήρια
     κλητική αποκαλυπτήρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκαλυπτήρια < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αποκαλυπτήριος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποκαλυπτήρια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. ειδική τελετή παρουσίασης στο κοινό ενός έργου τέχνης ή ενός μνημείου
  2. (γενικότερα) αποκαλύψεις, δημοσιοποίηση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]