fait

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

fait 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fait (fr) αρσενικό (πληθυντικός faits)