καμωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καμωμένος καμωμένη καμωμένο
γενική καμωμένου καμωμένης καμωμένου
αιτιατική καμωμένο καμωμένη καμωμένο
κλητική καμωμένε καμωμένη καμωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καμωμένοι καμωμένες καμωμένα
γενική καμωμένων καμωμένων καμωμένων
αιτιατική καμωμένους καμωμένες καμωμένα
κλητική καμωμένοι καμωμένες καμωμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάνω και κάμνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.mɔˈmε.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

καμωμένος αρσενικό, καμωμένη θηλυκό, καμωμένο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάμνω

Μετοχή[επεξεργασία]

καμωμένος αρσενικό, καμωμένη θηλυκό, καμωμένον ουδέτερο

  1. φτιαγμένος
  2. που έχει γίνει, έχει συμβεί
     αντώνυμα: ἀκάμωτος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα με το -κάμωτος

Επίσης,