κάμνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κάμνω

  1. άλλη μορφή του κάνω



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kem

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κάμνω

  1. (μεταβατικό) επεξεργάζομαι, φτιάχνω, κατασκευάζω
  2. (αμετάβατο) κουράζομαι, αποκάμνω
  3. (αμετάβατο) πάσχω
  4. (αμετάβατο) στεναχωριέμαι