Μετάβαση στο περιεχόμενο

δρω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δρω < αρχαία ελληνική δράω / δρῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *derǝ- / *drā- (δρω)

δρω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

(Χρειάζεται πρότυπο, επίσης για το ζω)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]