Μετάβαση στο περιεχόμενο

act on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

act on (en)

  1. δρω (αποφασιστικά) βάσει συμβολής, δρω βάσει συμπεράσματος
  2. κινητοποιούμαι κατά, δρω ενάντια σε/εναντίον
  3. (ιατρική) επηρεάζω