επηρεάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επηρεάζω < λόγιο < αρχαία ελληνική ἐπηρεάζω (προσβάλλω, προσπαθώ να βλάψω)[1] (Δείτε ἐπήρεια)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.ɾeˈa.zo/
Ρήμα
[επεξεργασία]επηρεάζω, αόρ.: επηρέασα, παθ.φωνή: επηρεάζομαι, π.αόρ.: επηρεάστηκα, μτχ.π.π.: επηρεασμένος
- επιδρώ, διαμορφώνω
- ※ παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επηρεάζω | επηρέαζα | θα επηρεάζω | να επηρεάζω | επηρεάζοντας | |
| β' ενικ. | επηρεάζεις | επηρέαζες | θα επηρεάζεις | να επηρεάζεις | επηρέαζε | |
| γ' ενικ. | επηρεάζει | επηρέαζε | θα επηρεάζει | να επηρεάζει | ||
| α' πληθ. | επηρεάζουμε | επηρεάζαμε | θα επηρεάζουμε | να επηρεάζουμε | ||
| β' πληθ. | επηρεάζετε | επηρεάζατε | θα επηρεάζετε | να επηρεάζετε | επηρεάζετε | |
| γ' πληθ. | επηρεάζουν(ε) | επηρέαζαν επηρεάζαν(ε) |
θα επηρεάζουν(ε) | να επηρεάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επηρέασα | θα επηρεάσω | να επηρεάσω | επηρεάσει | ||
| β' ενικ. | επηρέασες | θα επηρεάσεις | να επηρεάσεις | επηρέασε | ||
| γ' ενικ. | επηρέασε | θα επηρεάσει | να επηρεάσει | |||
| α' πληθ. | επηρεάσαμε | θα επηρεάσουμε | να επηρεάσουμε | |||
| β' πληθ. | επηρεάσατε | θα επηρεάσετε | να επηρεάσετε | επηρεάστε | ||
| γ' πληθ. | επηρέασαν επηρεάσαν(ε) |
θα επηρεάσουν(ε) | να επηρεάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω επηρεάσει | είχα επηρεάσει | θα έχω επηρεάσει | να έχω επηρεάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις επηρεάσει | είχες επηρεάσει | θα έχεις επηρεάσει | να έχεις επηρεάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει επηρεάσει | είχε επηρεάσει | θα έχει επηρεάσει | να έχει επηρεάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε επηρεάσει | είχαμε επηρεάσει | θα έχουμε επηρεάσει | να έχουμε επηρεάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε επηρεάσει | είχατε επηρεάσει | θα έχετε επηρεάσει | να έχετε επηρεάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν επηρεάσει | είχαν επηρεάσει | θα έχουν επηρεάσει | να έχουν επηρεάσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επηρεάζομαι | επηρεαζόμουν(α) | θα επηρεάζομαι | να επηρεάζομαι | ||
| β' ενικ. | επηρεάζεσαι | επηρεαζόσουν(α) | θα επηρεάζεσαι | να επηρεάζεσαι | ||
| γ' ενικ. | επηρεάζεται | επηρεαζόταν(ε) | θα επηρεάζεται | να επηρεάζεται | ||
| α' πληθ. | επηρεαζόμαστε | επηρεαζόμαστε επηρεαζόμασταν |
θα επηρεαζόμαστε | να επηρεαζόμαστε | ||
| β' πληθ. | επηρεάζεστε | επηρεαζόσαστε επηρεαζόσασταν |
θα επηρεάζεστε | να επηρεάζεστε | (επηρεάζεστε) | |
| γ' πληθ. | επηρεάζονται | επηρεάζονταν επηρεαζόντουσαν |
θα επηρεάζονται | να επηρεάζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επηρεάστηκα | θα επηρεαστώ | να επηρεαστώ | επηρεαστεί | ||
| β' ενικ. | επηρεάστηκες | θα επηρεαστείς | να επηρεαστείς | επηρεάσου | ||
| γ' ενικ. | επηρεάστηκε | θα επηρεαστεί | να επηρεαστεί | |||
| α' πληθ. | επηρεαστήκαμε | θα επηρεαστούμε | να επηρεαστούμε | |||
| β' πληθ. | επηρεαστήκατε | θα επηρεαστείτε | να επηρεαστείτε | επηρεαστείτε | ||
| γ' πληθ. | επηρεάστηκαν επηρεαστήκαν(ε) |
θα επηρεαστούν(ε) | να επηρεαστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω επηρεαστεί | είχα επηρεαστεί | θα έχω επηρεαστεί | να έχω επηρεαστεί | επηρεασμένος | |
| β' ενικ. | έχεις επηρεαστεί | είχες επηρεαστεί | θα έχεις επηρεαστεί | να έχεις επηρεαστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει επηρεαστεί | είχε επηρεαστεί | θα έχει επηρεαστεί | να έχει επηρεαστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε επηρεαστεί | είχαμε επηρεαστεί | θα έχουμε επηρεαστεί | να έχουμε επηρεαστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε επηρεαστεί | είχατε επηρεαστεί | θα έχετε επηρεαστεί | να έχετε επηρεαστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν επηρεαστεί | είχαν επηρεαστεί | θα έχουν επηρεαστεί | να έχουν επηρεαστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι επηρεασμένος - είμαστε, είστε, είναι επηρεασμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν επηρεασμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν επηρεασμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι επηρεασμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι επηρεασμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι επηρεασμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι επηρεασμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επηρεάζω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ επηρεάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας