δράση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δράση δράσεις
γενική δράσης
& δράσεως
δράσεων
αιτιατική δράση δράσεις
κλητική δράση δράσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράση < μεσαιωνική ελληνική δρᾶσις < αρχαία ελληνική δρᾶσις < δράω/δρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δράση θηλυκό

  1. η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό
Ήταν καιρός λοιπόν ν' αναληφθεί κάποιου είδους δράση. (Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα)
  1. η ενέργεια, η κίνηση
  2. η εκδήλωση κάποιας ενέργειας
  3. (λογοτεχνία) (κινηματογράφος) (θέατρο) η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]