Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλεπίδραση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλληλεπίδραση οι αλληλεπιδράσεις
      γενική της αλληλεπίδρασης* των αλληλεπιδράσεων
    αιτιατική την αλληλεπίδραση τις αλληλεπιδράσεις
     κλητική αλληλεπίδραση αλληλεπιδράσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αλληλεπιδράσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλεπίδραση < αλληλο- + επίδραση ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) interaction)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /al.li.leˈpi.ðɾa.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλεπίδραση θηλυκό

  • η αμοιβαία επίδραση μεταξύ δύο προσώπων ή συστημάτων
    παράδειγμα  η αλληλεπίδραση του φαρμάκου με το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες
      Η Δραματοθεραπεία πραγματοποιείται ως επί το πλείστον σε ομαδικό πλαίσιο και η έμφαση δίνεται στην αλληλεπίδραση της ομάδας. Επιπλέον, οι σκηνές στη Δραματοθεραπείας(sic) δεν συνδέονται κατ' ανάγκη άμεσα με την πραγματική εμπειρία της ζωής των ανθρώπων. Η Δραματοθεραπεία χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο αυτοσχεδιασμό σκηνών μυθοπλασίας.
    Χριστοδούλου Αικατερίνη. (2016). Η επίδραση της Δραματοθεραπείας σε παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή/και Δυσλεξία. Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης, 2015(2), 1543–1554. https://doi.org/10.12681/edusc.386

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]