αλληλεπίδραση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αλληλεπίδραση | οι | αλληλεπιδράσεις |
| γενική | της | αλληλεπίδρασης* | των | αλληλεπιδράσεων |
| αιτιατική | την | αλληλεπίδραση | τις | αλληλεπιδράσεις |
| κλητική | αλληλεπίδραση | αλληλεπιδράσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αλληλεπιδράσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλληλεπίδραση < αλληλο- + επίδραση ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) interaction)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλληλεπίδραση θηλυκό
- η αμοιβαία επίδραση μεταξύ δύο προσώπων ή συστημάτων
η αλληλεπίδραση του φαρμάκου με το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες- ※ Η Δραματοθεραπεία πραγματοποιείται ως επί το πλείστον σε ομαδικό πλαίσιο και η έμφαση δίνεται στην αλληλεπίδραση της ομάδας. Επιπλέον, οι σκηνές στη Δραματοθεραπείας(sic) δεν συνδέονται κατ' ανάγκη άμεσα με την πραγματική εμπειρία της ζωής των ανθρώπων. Η Δραματοθεραπεία χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο αυτοσχεδιασμό σκηνών μυθοπλασίας.
- Χριστοδούλου Αικατερίνη. (2016). Η επίδραση της Δραματοθεραπείας σε παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή/και Δυσλεξία. Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης, 2015(2), 1543–1554. https://doi.org/10.12681/edusc.386
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αλληλεπιδραστικός
- αλληλεπιδρώ
- → δείτε τις λέξεις αλληλο- και επίδραση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ως καθαρή έννοια
μεταξύ προσώπων κα
|
|