αλληλεπίδραση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλληλεπίδραση αλληλεπιδράσεις
γενική αλληλεπίδρασης
& αλληλεπιδράσεως
αλληλεπιδράσεων
αιτιατική αλληλεπίδραση αλληλεπιδράσεις
κλητική αλληλεπίδραση αλληλεπιδράσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλληλεπίδραση < αλληλο- + επίδραση ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) interaction)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /al.li.lɛ.ˈpi.ðɾa.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλληλεπίδραση θηλυκό

  • η αμοιβαία επίδραση μεταξύ δύο προσώπων ή συστημάτων
    η αλληλεπίδραση του φαρμάκου με το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]