Μετάβαση στο περιεχόμενο

αστυνομικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αστυνομικός η αστυνομική το αστυνομικό
      γενική του αστυνομικού της αστυνομικής του αστυνομικού
    αιτιατική τον αστυνομικό την αστυνομική το αστυνομικό
     κλητική αστυνομικέ αστυνομική αστυνομικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αστυνομικοί οι αστυνομικές τα αστυνομικά
      γενική των αστυνομικών των αστυνομικών των αστυνομικών
    αιτιατική τους αστυνομικούς τις αστυνομικές τα αστυνομικά
     κλητική αστυνομικοί αστυνομικές αστυνομικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.sti.no.miˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αστυνομικός

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
αστυνομικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀστυνομικός (που ανήκει σε αστυνόμο)[1].

Επίθετο

[επεξεργασία]

αστυνομικός, -ή, -ό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αστυνομικός οι αστυνομικοί
      γενική του/της αστυνομικού των αστυνομικών
    αιτιατική τον/την αστυνομικό τους/τις αστυνομικούς
     κλητική αστυνομικέ αστυνομικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά
αστυνομικός στη Γαλλία

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
αστυνομικός < λόγιο ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου αστυνομικός, με λόγιο θηλυκό χωρίς διάκριση γένους[1].

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αστυνομικός αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό αστυνομικός ή οικείο αστυνομικίνα)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αστυνομικός -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • αστυνομικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)