αστυνομικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστυνομικός αστυνομικοί
γενική αστυνομικού αστυνομικών
αιτιατική αστυνομικό αστυνομικούς
κλητική αστυνομικέ αστυνομικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αστυνομικός < αρχαία ελληνική ἀστυνομικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αστυνομικός αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό αστυνομικίνα)

  1. άνδρας (η γυναίκα) μέλος της αστυνομίας, ένστολος επιφορτισμένος με το έργο της τήρησης της τάξης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επίθετο[]

αστυνομικός, -ή, -ό

αστυνομικό τμήμα

32πχ Μεταφράσεις[]