αστυνομία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αστυνομία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀστυνομία[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε άστυ + -νομία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.sti.noˈmi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐στυ‐νο‐μί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αστυνομία θηλυκό
- ομάδα ένστολων οπλισμένων ανθρώπων που είναι αρμόδιοι για την διατήρηση της δημόσιας τάξης σε μια περιοχή, την σύλληψη εγκληματιών και την διερεύνηση εγκλημάτων κτλ.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αστυνομικός
- αστυνόμος
- → δείτε άστυ και νέμω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αστυνομία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αστυνομία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αστυνομία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -νομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)