αστυνομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀστυνομία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστυνομία αστυνομίες
γενική αστυνομίας αστυνομιών
αιτιατική αστυνομία αστυνομίες
κλητική αστυνομία αστυνομίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστυνομία < αρχαία ελληνική ἀστυνομία < ἀστυνόμος < ἄστυ + νέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστυνομία θηλυκό

  1. ομάδα ένστολων οπλισμένων ανθρώπων που είναι αρμόδιοι για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης σε μια περιοχή, τη σύλληψη εγκληματιών και τη διερεύνηση εγκλημάτων, κλπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]