ἄστυ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άστυ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἄστυ ἄστει ἄστη/
(ἄστεα)
Γενική ἄστεως ἀστέοιν ἄστεων
Δοτική ἄστει ἀστέοιν ἄστεσι(ν)
Αιτιατική ἄστυ ἄστει ἄστη/
(ἄστεα)
Κλητική ἄστυ ἄστει ἄστη/
(ἄστεα)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄστυ < μυκηναϊκό ϝάστυ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄστυ ουδέτερο

  • άστυ, το κεντρικό μέρος της πόλης-κράτους με τις κατοικίες, την αγορά και τα δημόσια κτήρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

αστυφύλακας