κατοικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατοικία κατοικίες
γενική κατοικίας κατοικιών
αιτιατική κατοικία κατοικίες
κλητική κατοικία κατοικίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατοικία < ελληνιστική κοινή κατοικία < αρχαία ελληνική κατοικία (τρόπος διαμονής)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ti.ˈci.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατοικία θηλυκό

  1. στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιούμε για διαμονή
    οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο Όλυμπος ήταν κατοικία των θεών
    μου λέτε σας παρακαλώ τη διεύθυνση της κατοικίας σας;
    δεν επιδοτούνται τα δάνεια για αγορά δεύτερης κατοικίας

32πχ Μεταφράσεις[]