μονοκατοικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονοκατοικία μονοκατοικίες
γενική μονοκατοικίας μονοκατοικιών
αιτιατική μονοκατοικία μονοκατοικίες
κλητική μονοκατοικία μονοκατοικίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονοκατοικία < μονο- (ένας) + κατοικία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονοκατοικία θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]