αγορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγορά αγορές
γενική αγοράς αγορών
αιτιατική αγορά αγορές
κλητική αγορά αγορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγορά < αρχαία ελληνική ἀγορά < ἀγείρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ɣɔ.ˈɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγορά θηλυκό

  1. (σπάνιο, λόγιο) η συγκέντρωση
    αγορά θεών
  2. (ιστορία) ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα
  3. χώρος αγοραπωλησιών, το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα
  4. κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα
    ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης
  5. το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις
    η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις
  6. πράξη αντίθετη της πώλησης, η απόκτηση ενός αγαθού με καταβολή χρημάτων

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]