Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγορά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγορά οι αγορές
      γενική της αγοράς των αγορών
    αιτιατική την αγορά τις αγορές
     κλητική αγορά αγορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγορά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγορά < ἀγείρω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣoˈɾa/
ανασκαφές στην αρχαία αγορά της Αθήνας
η δημοτική αγορά των Χανίων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγορά θηλυκό

ο χώρος / κτίριο όπως αναφέρεται παρακάτω, γράφεται συχνά με κεφαλαίο Α (Αγορά)
  1. (αρχαιολογία, ιστορία) ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο
  2. (χώρος) το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα
      Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα.
    Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, αρχική δημοσίευση: (2005), εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2024, ISBN 9786180341683, @google.gr/books
  3. (χώρος) κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα
    παράδειγμα  ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης
  4. (έννοια) το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις
    παράδειγμα  η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις
      Mε αμείωτο ρυθμό συνεχίστηκε και τον Ιούνιο η μείωση των χορηγήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα η αγορά να έχει στεγνώσει από ρευστότητα. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 25/7/2014)
  5. (ενέργεια, πράξη) η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα
     αντώνυμα: πώληση
  6. (σπάνιο, λόγιο) η συγκέντρωση
    παράδειγμα  αγορά θεών

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]