συγκέντρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συγκέντρωση συγκεντρώσεις
γενική συγκέντρωσης
& συγκεντρώσεως
συγκεντρώσεων
αιτιατική συγκέντρωση συγκεντρώσεις
κλητική συγκέντρωση συγκεντρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συγκέντρωση < μεταγενέστερη ελληνική συγκέντρωσις < συγκεντρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συγκέντρωση θηλυκό

  1. μάζεμα
    πρώτος σκοπός της Μακντόναλντ ήταν η συγκέντρωση και ψηφιοποίηση όλων των αρχαίων ελληνικών κειμένων
  2. μάζωξη, συνάθροιση πολλών ατόμων ή αντικειμένων σε ένα σημείο
    όταν το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων
  3. κατάσταση στην οποία κάποιος σκέφτεται μόνο για κάτι συγκεκριμένο
  4. (χημεία) αναλογία της ποσότητας μιας ουσίας σχετικά με την ποσότητα μιας άλλης ουσίας σε ένα μείγμα ή διάλυμα
    η συγκέντρωση αλάτων στο νερό είναι απαγορευτική για να το πιει κάποιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: συγκεντρώνω

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: