συγκεντρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκεντρώνω < (η λέξη μαρτυρείται από το 1814) μεταφραστικό δάνειο από την γαλλικά concentrer < συν + κέντρο + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγκεντρώνω

  1. μαζεύω, συλλέγω, φέρνω διάφορα πράγματα ή άτομα σε κάποιο σημείο
    Χθες ο Στέφανος συγκέντρωσε πληροφορίες για το έγκλημα το οποίο συνέβη.
  2. (κατ’ επέκταση) έχω
  3. (μεταφορικά) προσελκύω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]