συγκεντρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκεντρώνω < μεταγενέστερη ελληνική συγκεντρόω-συγκεντρῶ < συν + κέντρο + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγκεντρώνω

  1. συλλέγω πληροφορίες ή διάφορα αντικείμενα.
    Χθες ο Στέφανος συγκέντρωσε πληροφορίες για το έγκλημα το οποίο συνέβη.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]