συλλέγω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλέγω < αρχαία ελληνική συλλέγω < συν + λέγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συλλέγω, παθητικό: συλλέγομαι

  1. μαζεύω
    • οι αγρότες συλλέγουν τους καρπούς από τα δέντρα
    • ο δήμος έβαλε υπαλλήλους να συλλέξουν τα σκουπίδια
  2. συγκεντρώνω
    • συλλέγω τους φόρους
    • οι αστυνομικοί συνέλεξαν στοιχεία από τον τόπο του εγκλήματος
  3. συγκεντρώνω ομοειδή πράγματα συστηματικά ως ασχολία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]