διαχέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαχέω < αρχαία ελληνική διαχέω < διά και χέω

Ρήμα[επεξεργασία]

διαχέω

  1. σκορπίζω, διασκορπίζω
    διαχέω νερό στο δωμάτιο.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]