χέω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χέω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈçe.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χέ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]χέω
- δύσχρηστη μορφή του χύνω, διασκορπίζω (β΄ συνθετικό ρημάτων π.χ. διαχέω, εκχέω, συγχέω και ρίζα πολλών ουσιαστικών αλλά σπάνια μη σύνθετο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]|
Από το χέω και δείτε |
Θέμα χο-
|
Θέμα χυσ- |
Θέμα χυτ- |
Δείτε και τις λέξεις, |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰew- (χέω, χύνω, ρέω).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kʰé.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χέ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]χέω
- (κυρίως για υγρά) χύνω έξω, χύνω
- (για δάκρυα) χύνω δάκρυα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 14
- ἵστατο δάκρυ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος
- έστεκε δάκρυα χύνοντας, μαυρόνερη ωσάν βρύση
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἵστατο δάκρυ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος
- ≈ συνώνυμα: τέγγομαι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 14
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Σελίδες για μορφοποίηση
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰew- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)