χύμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χύμα < ελληνιστική κοινή χύμα < χέω (ομόρριζο του χυμός)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

χύμα

  1. για τρόφιμα ή ποτά που πωλούνται χωρίς να είναι συσκευασμένα ή εμφιαλωμένα
  2. για αντικείμενα που τοποθετούνται κάπου χωρίς τάξη
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο που δεν έχει τάξη στη ζωή του


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χύμα χύματε χύματα
Γενική χύματος χυμάτοιν χυμάτων
Δοτική χύματι χυμάτοιν χύμασι
Αιτιατική χύμα χύματε χύματα
Κλητική χύμα χύματε χύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χύμα < χέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χύμα ουδέτερο και χῦμα

  1. υγρό που χύνεται ή ρέει
  2. ράβδος (χρυσού)
  3. άτακτη μάζα
  4. συστατικό