συστατικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συστατικό συστατικά
γενική συστατικού συστατικών
αιτιατική συστατικό συστατικά
κλητική συστατικό συστατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συστατικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: συστατικός < αρχαία ελληνική συστατικός < συνίστημι < σύν + ἵστημι < ινδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂- (ἵστημι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συστατικό ουδέτερο

  1. στοιχείο ενός συνόλου
  2. υλικό το οποίο περιέχεται σε ένα σώμα ή χρησιμοποιήθηκε στην παρασκευή του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

συστατικό