ἵστημι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | ἵστημι | ἵσταμαι |
| Παρατατικός | ἵστην | ἱστάμην |
| Μέλλοντας | στήσω | στήσομαι, σταθήσομαι |
| Αόριστος | ἔστησα | ἐστησάμην - ἔστην, ἐστάθην |
| Παρακείμενος | στήσας ἔχω | ἕστηκα (ενεργ. τύπος με παθ. σημασία) |
| Υπερσυντέλικος | στήσας εἶχον | ἑστήκειν, ἑστήκη, εἱστήκειν (ενεργ. τύποι με παθ. σημασία) |
| Συντελ.Μέλλ. | ἑστήξομαι |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ἵστημι (παθητική φωνή: ἵσταμαι)
Σύνθετα
[επεξεργασία]- ἀμφίστημι
- ἀνθίστημι
- ἀνίστημι
- ἀντανίστημι
- ἀντενίστημι
- ἀντεφίστημι
- ἀντιδιίστημι
- ἀντιμεθίστημι
- ἀντιπαρίστημι
- ἀντιπεριίστημι
- ἀπανίστημι
- ἀποδιίστημι
- ἀποσυνίστημι
- ἀφίστημι
- διανίστημι
- διαπαρίστημι
- διασυνίστημι
- διαφίστημι
- διΐστημι
- ἐξαφίστημι
- ἐξίστημι
- ἐξυπανίστημι
- ἐνίστημι
- ἐπεξανίστημι
- ἐπιδιίστημι
- ἐπικαθίστημι
- ἐπίσταμαι
- ἐπισυνίστημι
- ἐφίστημι
- καθίστημι
- καταδιίστημι
- καταπεριίστημι
- μεθίστημι
- μετανίστημι
- παρακαθίστημι
- παρανίστημι
- παρεξίστημι
- παρίστημι
- παρυφίστημι
- περιανίστημι
- περιίστημι
- προανίστημι
- προδιασυνίστημι
- προδιίστημι
- προεφίστημι
- προΐστημι
- προκαθίστημι
- προσαφίστημι
- προσίστημι
- προσδιίστημι
- προσεξίστημι
- προσίστημι
- προσκαθίστημι
- προσσυνίστημι
- προσυνίστημι
- συμμεθίστημι
- συνανίστημι
- συναποκαθίστημι
- συναφίστημι
- συνεξανίστημι
- συνεπανίστημι
- συνεφίστημι
- συνίστημι
- συνυφίστημι
- ὑπανίστημι
- ὑπαφίστημι
- ὑπεξίστημι
- ὑπερίσταμαι
- ὑπερκαθίστημι
- ὑφίστημι
Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα στα-
- ἀποστασία
- ἀπόστασις
- ἀποστάτης
- ἐπιστάτης
- ὀρθοστάτης
- παραστάτης
- προστάτης
- συστάδην
- στάδιον
- σταθερός
- σταθμός
- στάμνος
- στασιάζω
- στασίαρχος
- στασιασμός
- στασιαστικός
- στασιαστής
- στάσις
- στασιωρός
- στασιωτεία
- στασιώτης
- στασιωτικός
- στατήρ
- στατός
- σταυρός
θέμα στη-
- ἀνάστημα
- διάστημα
- παράστημα
- σύστημα
- στήλη
- στηλίς
- στηλιτεύω
- στηλίτης
- στηλοκοπέω
- στηλόω
- στῆμα
- στημονονητική
- στημορραγέω
- στήμων
θέμα στο-
Κλίση
[επεξεργασία] ἵστημι
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
ἵσταμαι
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Σημειώσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «ίσταμαι» με εκτενές σχόλιο - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ s.v. «σταθερός» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἵστημι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἵστημι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.