ἵστημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἵστημι ἵσταμαι
Παρατατικός ἵστην ἱστάμην
Μέλλοντας στήσω στήσομαι
Αόριστος ἔστησα ἐστησάμην/ἔστην/ἐστάθην
Παρακείμενος στήσας ἔχω ἕστηκα
Υπερσυντέλικος στήσας εἶχον εἱστήκειν
Συντελ.Μέλλ. ἑστήξομαι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂- (ἵστημι) (Ομόρριζο με το λατινικό sto, το γερμανικό stehen κ.ά.)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἵστημι (παθητική φωνή: ἵσταμαι)

  1. (+ αιτιατική) στήνω κάτι ή κάποιον, κάνω κάτι να σταθεί όρθιο
  2. είμαι υπαρκτός, έχω παρουσία

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]