στήνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στήνω < από τον αόριστο ἔστησα του ρήματος αρχαία ελληνική ἱστάνω < ἵστημι

Ρήμα[επεξεργασία]

στήνω (μεταβατικό)

  1. τοποθετώ
    Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. αφήνω κάποιον να περιμένει σε ραντεβού
  3. αλλοιώνω το αποτέλεσμα αγώνων με αθέμιτο τρόπο
  4. ετοιμάζω κάτι για χρήση

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]