faire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

faire < μέση γαλλική faire < παλαιά γαλλική faire

Ρήμα[επεξεργασία]

faire (fr)

  1. κάνω
  2. σκατώνω



Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

je fais tu fais il/elle fait nous faisons vous faites ils/elles font