stehen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

stehen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

stehen (de)

  1. στέκομαι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • das steht dir gut - σου πάει μια χαρά
  • meine Uhr steht - το ρολόι μου έχει σταματήσει
    αντώνυμα: meine Uhr geht vor - το ρολόι μου τρέχει
    αντώνυμα: meine Uhr geht nach - το ρολόι μου αργεί