στέκομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στέκομαι < στέκω + -ομαι < αρχαία ελληνική ἕστηκα, παρακείμενος του ἵσταμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'stε.ko.mε/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στέκομαι (αόριστος: στάθηκα, μετοχή ενεστώτα: στεκούμενος & στεκάμενος)

  1. σταματώ, δεν κινούμαι
  2. αδρανώ
  3. (παρα)μένω
  4. είμαι όρθιος, δεν κάθομαι
  5. είμαι
  6. συμπεριφέρομαι
  7. στέκει: ισχύει, είναι σωστό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]