σούζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σούζα σούζες
γενική σούζας
αιτιατική σούζα σούζες
κλητική σούζα σούζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σούζα < ιταλική suzo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σούζα θηλυκό

  1. η στάση που παίρνει ένα τετράποδο ζώο όταν στηρίζεται μόνο στα δύο πίσω πόδια του
  2. η οδήγηση ενός δίτροχου οχήματος με τον μπροστινό τρόχο να σηκώνεται στον αέρα
    πήδηξε πάνω στη μηχανή και έκανε μια σούζα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στέκομαι σούζα: (ειρωνικό) είμαι απόλυτα υποταγμένος σε κάποιον και περιμένω τις εντολές του για να τις εκτελέσω αμέσως, μοιάζοντας έτσι με σκύλο που στέκεται όρθιος όταν τον διατάζει ο κύριός του
    μας κάνει το σκληρό αντράκι, αλλά στέκεται σούζα μπροστά στη γυναίκα του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στέκομαι κλαρίνο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]