κλαρίνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κλαρίνο | τα | κλαρίνα |
| γενική | του | κλαρίνου | των | κλαρίνων |
| αιτιατική | το | κλαρίνο | τα | κλαρίνα |
| κλητική | κλαρίνο | κλαρίνα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλαρίνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική clarino < claro < λατινική clarus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kel- / *kle- (καλώ, φωνάζω). Δείτε και κλαρινέτο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /klaˈɾi.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κλα‐ρί‐νο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κλαρίνο ουδέτερο
- (μουσικό όργανο) παραδοσιακό λαϊκό πνευστό όργανο με μικρές διαφορές από το κλαρινέτο
- ※ Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- στέκομαι κλαρίνο: στέκομαι εντελώς ακίνητος, στέκομαι προσοχή, δείχνοντας απόλυτη πειθαρχία μπροστά σε κάποιον ανώτερο ή σε κάποιον που φοβάμαι
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]για γλώσσες που δεν χρησιμοποιούν διαφορετική λέξη δείτε: κλαρινέτο
κλαρίνο
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μουσικά όργανα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)