κλαρίνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλαρίνο κλαρίνα
γενική κλαρίνου κλαρίνων
αιτιατική κλαρίνο κλαρίνα
κλητική κλαρίνο κλαρίνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλαρίνο < ιταλική clarino < claro < λατινική clarus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kel- / *kle- (καλώ, φωνάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kla.ˈɾi.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλαρίνο ουδέτερο

  1. (μουσικά όργανα) η ονομασία του κλαρινέτου στην παραδοσιακή μουσική (της Ελλάδας ή των Βαλκανίων)

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στέκομαι κλαρίνο: στέκομαι εντελώς ακίνητος, στέκομαι προσοχή, δείχνοντας απόλυτη πειθαρχία μπροστά σε κάποιον ανώτερο ή σε κάποιον που φοβάμαι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στέκομαι σούζα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • κλαρινέτο στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια ( Βλ. ειδικά το κεφάλαιο για το κλαρίνο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν χρησιμοποιούν διαφορετική λέξη δείτε: κλαρινέτο