κλαρινετίστας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλαρινετίστας κλαρινετίστες
γενική κλαρινετίστα κλαρινετιστών
αιτιατική κλαρινετίστα κλαρινετίστες
κλητική κλαρινετίστα κλαρινετίστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλαρινετίστας < ιταλική clarinettista (ο/η εκτελεστής κλαρινέτου) + κατάληξη ‑ς.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλαρινετίστας αρσενικό (κλαρινετίστα θηλυκό)

  1. (μουσική) ο μουσικός που παίζει κλαρινέτο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]