μουσικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μουσικός οι μουσικοί
      γενική του μουσικού των μουσικών
    αιτιατική τον μουσικό τους μουσικούς
     κλητική μουσικέ μουσικοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουσικός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουσικός αρσενικό ή θηλυκό

  • που ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



πτώση ενικός
ονομαστική μουσικός μουσική μουσικό
γενική μουσικού μουσικής μουσικού
αιτιατική μουσικό μουσική μουσικό
κλητική μουσικέ μουσική μουσικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μουσικοί μουσικές μουσικά
γενική μουσικών μουσικών μουσικών
αιτιατική μουσικούς μουσικές μουσικά
κλητική μουσικοί μουσικές μουσικά

Επίθετο[επεξεργασία]

μουσικός

  • ο σχετικός με τη μουσική

Μεταφράσεις[επεξεργασία]