παραδοσιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παραδοσιακός παραδοσιακή παραδοσιακό
γενική παραδοσιακού παραδοσιακής παραδοσιακού
αιτιατική παραδοσιακό παραδοσιακή παραδοσιακό
κλητική παραδοσιακέ παραδοσιακή παραδοσιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραδοσιακοί παραδοσιακές παραδοσιακά
γενική παραδοσιακών παραδοσιακών παραδοσιακών
αιτιατική παραδοσιακούς παραδοσιακές παραδοσιακά
κλητική παραδοσιακοί παραδοσιακές παραδοσιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραδοσιακός < παράδοση + -ακός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική traditionnel

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παραδοσιακός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]