αδρανώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδρανώ, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική ἀδρανέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αδρανώ, πρτ.: αδρανούσα, στ.μέλλ.: θα αδρανήσω, αόρ.: αδράνησα

  1. παραμένω αδρανής, δεν δρω, δεν ενεργώ, δεν αντιδρώ σε προκλήσεις στο περιβάλλον μου, αντιμετωπίζω τα πράγματα παθητικά

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]