ύψος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύψος ύψη
γενική ύψους υψών
αιτιατική ύψος ύψη
κλητική ύψος ύψη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύψος < αρχαία ελληνική ὕψος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.psɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τα βέλη δείχνουν το ύψος των καμπυλών

ύψος ουδέτερο

  1. η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
  2. το μήκος του ανθρώπινου σώματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανάστημα
  3. ο τόνος του ήχου και της μελωδίας
  4. (γεωμετρία) η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού
    • (συνεκδοχικά) το ευθύγραμμο τμήμα που προσδιορίζει την παραπάνω απόσταση
  5. το ανώτερο σημείο που μπορεί να φτάσει κάποιος ή κάτι
  6. (μεταφορικά) τη πνευματική και ηθική ανωτερότητα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]