κορυφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κορυφή | οι | κορυφές |
| γενική | της | κορυφής | των | κορυφών |
| αιτιατική | την | κορυφή | τις | κορυφές |
| κλητική | κορυφή | κορυφές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κορυφή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κορυφή. Για τη γεωμετρία, και την ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sommet η από την αγγλική summit.[1] Δείτε και κορφή.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ko.ɾiˈfi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐ρυ‐φή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορυφή
- (γεωγραφία, γεωμετρία) το υψηλότερο σημείο ενός υψώματος, βουνού ή λόφου ή οποιουδήποτε αντικειμένου
η κορυφή του Ταϋγέτου, η κορυφή του δέντρου- ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 )
- ≈ συνώνυμα: βουνοκορφή, κορφοβούνι
- (μεταφορικά) το ανώτερο σημείο της εξέλιξης ενός ανθρώπου από επαγγελματική, επιστημονική ή άλλη άποψη
- (γενικότερα) το ανώτερο σημείο σε κάθε ιεραρχικό σύστημα
η κορυφή της τροφικής αλυσίδας
- (συνεκδοχικά) ο κορυφαίος στον τομέα του
Αυτός ο επιστήμονας είναι κορυφή.
- (γεωμετρία) το σημείο τομής δύο πλευρών πολύπλευρου επίπεδου σχήματος ή τουλάχιστον τριών πλευρών ενός πολυγώνου
- (γαστρονομία) το αφρόγαλα που αποσπάται από το νωπό γάλα με τη χρήση φυγόκεντρου διαχωριστή (κορυφολόγος)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- κορφή (προφορικό)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- απ' την κορφή ως τα νύχια : σε όλο το σώμα / παντού
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]και με το θέμα κορφ- → δείτε κορφή
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υψηλότερο σημείο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κορυφή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | κορυφή | αἱ | κορυφαί |
| γενική | τῆς | κορυφῆς | τῶν | κορυφῶν |
| δοτική | τῇ | κορυφῇ | ταῖς | κορυφαῖς |
| αιτιατική | τὴν | κορυφήν | τὰς | κορυφᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | κορυφή | κορυφαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κορυφᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κορυφαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κορυφή < κόρυς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορυφή θηλυκό
- το πιο ψηλό σημείο στο κεφάλι ανθρώπου ή ζώου
- (γενικότερα) το πιο ψηλό σημείο σε οτιδήποτε έχει ύψος
- ※ εὕδουσι δ΄ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες
πρώονές τε καὶ χαράδραι- Kοιμούνται κορφοβούνια και φαράγγια,
και ρεματιές κοιμούνται και ψηλώματα, (Μετάφραση: Ιωάννης Θεοφάνους Κακριδής) - Διδακτικό εγχειρίδιο: Αλκμάν με τρεις μεταφράσεις - Αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Kοιμούνται κορφοβούνια και φαράγγια,
- ※ εὕδουσι δ΄ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες
- (μεταφορικά) η κορωνίδα
Πηγές
[επεξεργασία]- κορυφή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κορυφή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωγραφία (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)