κορυφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορυφή οι κορυφές
      γενική της κορυφής των κορυφών
    αιτιατική την κορυφή τις κορυφές
     κλητική κορυφή κορυφές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορυφή < αρχαία ελληνική κορυφή. Για τη γεωμετρία, και την ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sommet η από την αγγλική summit.[1] Δείτε και κορφή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ɾiˈfi/
συλλαβισμός: κο‐ρυ‐φή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορυφή

  1. (γεωγραφία) το υψηλότερο σημείο ενός υψώματος, βουνού ή λόφου ή οποιουδήποτε αντικειμένου
    η κορυφή του Ταϋγέτου, η κορυφή του δέντρου
     συνώνυμα: βουνοκορφή, κορφοβούνι
  2. (μεταφορικά) το ανώτερο σημείο της εξέλιξης ενός ανθρώπου από επαγγελματική, επιστημονική ή άλλη άποψη
  3. (γενικότερα) το ανώτερο σημείο σε κάθε ιεραρχικό σύστημα
    η κορυφή της τροφικής αλυσίδας
  4. (συνεκδοχικά) ο κορυφαίος στον τομέα του
    αυτός ο επιστήμονας είναι κορυφή
  5. (γεωμετρία) το σημείο τομής δύο πλευρών πολύπλευρου επίπεδου σχήματος ή τουλάχιστον τριών πλευρών ενός πολυγώνου
  6. (γαστρονομία) το αφρόγαλα που αποσπάται από το νωπό γάλα με τη χρήση φυγόκεντρου διαχωριστή (κορυφολόγος)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και με το θέμα κορφ-δείτε κορφή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορυφή < κόρυς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορυφή θηλυκό

  1. το πιο ψηλό σημείο στο κεφάλι ανθρώπου ή ζώου
  2. (γενικότερα) το πιο ψηλό σημείο σε οτιδήποτε έχει ύψος
    ※  εὕδουσι δ΄ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες
    πρώονές τε καὶ χαράδραι
    Kοιμούνται κορφοβούνια και φαράγγια,
    και ρεματιές κοιμούνται και ψηλώματα, (Μετάφραση: Ιωάννης Θεοφάνους Κακριδής)
    Διδακτικό εγχειρίδιο: Αλκμάν με τρεις μεταφράσεις - Αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. (μεταφορικά) η κορωνίδα

Πηγές[επεξεργασία]