λόφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λόφος λόφοι
γενική λόφου λόφων
αιτιατική λόφο λόφους
κλητική λόφε λόφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λόφος < αρχαία ελληνική λόφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈlɔ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόφος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόφος αρσενικό