λόφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Λόφος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λόφος οι λόφοι
      γενική του λόφου των λόφων
    αιτιατική τον λόφο τους λόφους
     κλητική λόφε λόφοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόφος < αρχαία ελληνική λόφος[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlo.fos/
συλλαβισμός: λό‐φος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λόφος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόφος < λέπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λόφος αρσενικό