σβέρκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | σβέρκος | οι | σβέρκοι |
| γενική | του | σβέρκου | των | σβέρκων |
| αιτιατική | τον | σβέρκο | τους | σβέρκους |
| κλητική | σβέρκε | σβέρκοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σβέρκος < (άμεσο δάνειο) αλβανική zverk
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈzveɾ.kos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σβέρ‐κος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σβέρκος αρσενικό
- το πίσω μέρος του λαιμού
- ※ Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ※ Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- μας κάθισε στο σβέρκο: μας εξουσιάζει, μας τυραννάει
- ψωνίσαμε από σβέρκο: λέγεται ειρωνικά για να δηλώσει τη χαμηλή μας εκτίμηση για ένα πρόσωπο ή την απαισιοδοξία μας για την έκβαση μιας υπόθεσης.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Σβέρκος (επώνυμο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σβέρκος
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (ελληνικά)