κούρεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούρεμα κουρέματα
γενική κουρέματος κουρεμάτων
αιτιατική κούρεμα κουρέματα
κλητική κούρεμα κουρέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούρεμα < μεσαιωνική ελληνική κούρευμα αρχαία ελληνική κουρά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈku.ɾɛ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κούρεμα ουδέτερο

  1. η κοπή των μαλλιών ανθρώπων ή ζώων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κουρά
  2. (συνεκδοχικά) ο τρόπος που είναι κουρεμένα τα μαλλιά
  3. (μεταφορικά) η μείωση της αξίας των κρατικών ομολόγων, με απόφαση της κυβέρνησης μιας χώρας
  4. (μεταφορικά) ο ήχος και η φθορά που προκαλείται στα γρανάζια του κιβωτίου των ταχυτήτων των οχημάτων από κακή χρήση κατά την αλλαγή ταχύτητας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: κουρεύω

32πχ Μεταφράσεις[]